ἐπιδευόμενος

ἐπιδέω 2
want
pres part mp masc nom sg (aeolic)
ἐπιδεύομαι
to be in want of
pres part mp masc nom sg
ἐπιδεύομαι
to be in want of
pres part mp masc nom sg (ionic)
ἐπιδεύω
moisten
pres part mp masc nom sg
ἐπιδεύω
moisten
pres part mid masc nom sg (epic aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • επιδεύομαι — ἐπιδεύομαι (Α) 1. μού λείπει κάτι, στερούμαι («νῡν δ’ ἤδη τούτων ἐπιδεύομαι», Ομ. Οδ.) 2. χρειάζομαι τη βοήθεια κάποιου («σεῡ ἐπιδευόμενος») 3. υστερώ, μειονεκτώ («πολλὸν κείνων ἐπιδεύεαι ἀνδρῶν»). [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + δεύομαι «στερούμαι, έχω… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.